Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2017

Κατασκευές η ανακατασκευές με ξύλο, όπως και να έχει, όλοι μας έχουμε θαυμάσει τα παλαιά έπιπλα από φυσικό ξύλο, ιδιαίτερα …κάποια σπάνια έπιπλα που έχουν αναπαλαιωθεί. Τα τελευταία 50 χρόνια στην Ελλάδα χρησιμοποιούνται διάφορες τεχνικές αναπαλαίωσης, πρόκειται για έπιπλα κατασκευασμένα προηγούμενων δεκαετιών …..γερασμένης ηλικίας. Στην σημερινή μας παρουσίαση, θα δείτε κάποιες ιδέες διακόσμησης από φυσικό αλλά και εμπορεύσιμο ξύλο.

Όσοι πιστοί…διαβάστε……. περισσότερα για τα εμπορεύσιμα ξύλα που υλοτομούνται –ευτυχώς ελεγχόμενα- στα Ελληνικά Δάση.
Αυτά είναι το Έλατο, η Οξυά, η Ελιά, η Καστανιά, και η Λεύκα, ενώ παλαιότερα ήταν διαθέσιμες ικανές ποσότητες από άλλα ξύλα όπως η καρυδιά, το κυπαρίσσι (η αλλιώς ο άρκευθος) το μαύρο πεύκο της Πίνδου (Pinus Nigra), το φράξο (η αλλιώς δεσποτάκι) το καραγάτσι (η αλλιώς φτελιά) το ρόμπολο (η λευκή πεύκη) η φιλύρα (φλαμούρι) ο κέδρος κ.α

Γνωρίζετε ότι, τα είδη ξύλου χωρίζονται στα "Σκληρά" (ξύλο πλατύφυλλων -δρυς, οξιά, κερασιά κλπ) και στα "Μαλακά" (ξύλο κωνοφόρων -πεύκο έλατο κλπ). Τα δασικά δένδρα ονομάζονται και αγριόξυλα. Στη χώρα μας αυτές οι κατηγορίες αποδίδουν ξύλο για την επιπλοποιία και τις κατασκευές σε μικρές ποσότητες.

Η Οξυά είναι σκληρό ξύλο με χαρακτηριστικές μικρές βένες και λογχοειδή απαλά νερά κατάλληλο κυρίως για τα σκελετά σαλονιών - έπιπλα και επενδύσεις με μορφή καπλαμά.

Η Ελληνική καρυδιά είναι ένα σπάνιο ξύλο, ιδιαίτερης ομορφιάς με πλούσια νερά ιδανικό για κατασκευές πολυτελών επίπλων, χρησιμοποιούνταν κυρίως για σκελετά και επενδύσεις με μορφή καπλαμά.

Η Καστανιά ως ξύλο σε στρόγγυλα και πελεκητά έπιπλα ενώ χρησιμοποιείται και σε κατασκευές οικοδομής όπως οροφές πέργκολες, και ως πριστή ξυλεία για έπιπλα, πατώματα αλλά και για εκκλησιαστικά είδη κ.α.


Η Λεύκα, το πλέον μαλακό ξύλο χωρίς ιδιαίτερη αξία, χρησιμοποιείται κυρίως για την κατασκευή εσωτερικών μερών (δηλαδή των μη εμφανή τμημάτων) επίπλων, κυρίως για νοβοπάν παλέτες και κιβώτια φύλαξης και μεταφοράς. 

















Αναφορές για το ξύλο ως υλικό και της χρήσης του στην Αρχαία Ελλάδα έχουν γίνει από τον ειδικό τεχνολογίας ξύλου κ. Ιωάννη Κακαρά. Αναφέρονται μεταξύ άλλων η ειδική χρήση του κάθε ξύλου
Η δρυς, την οποία διέκριναν σε πολλά είδη φηγός, αρία, πρίνος κ.α.
ήταν κατά τον Θεόφραστο “δυσεργότατη”, δηλαδή κατεργαζόταν πολύ δύσκολα και χρησιμοποιήθηκε στην οικοδόμηση, είτε ολόκληρων ναών, είτε ειδικότερα για στύλους, κατώφλια, τετράξυλα (κάσσες) και ανώφλια πορτών, οβελίσκους (ορθοστάτες), στέγες, ακόμη και για υπόγειες κατασκευές, για ξυλοδεσιές και στην ναυπηγική.
Η αρία (αριά) και ο πρίνος (πουρνάρι) είναι δύο είδη δρυός.
Η αριά (το πιο βαρύ από τα ελληνικά ξύλα), κατά τον Θεόφραστο ήταν δύσκολο στην κατεργασία του και χρησιμοποιούνταν στις οικοδομές, αλλά κυρίως για στρόφιγγες (στροφείς) πορτών πολυτελείας, άξονες τροχών, σφήνες, και λαβές εργαλείων (στειλιάρια).
Η κρανεία (κρανιά), είχε ξύλο στερεότατο, χρησιμοποιούταν για “τύλους” (καβίλιες), για τα “εμπόλια” των κιόνων (δηλ. τους ξύλινους πύρους σύνδεσης των επιμέρους σφονδύλων των κιόνων), όπως για παράδειγμα του Παρθενώνα, του ναού του Ποσειδώνα στο Σούνιο, όπως επίσης και για θυρώματα. (Τις δεκαετίες 1950, I960, 1970 οι “βέργες” από κρανιά, ήταν το πλέον αποτελεσματικό εργαλείο των δασκάλων για τιμωρία των άτακτων μαθητών. Σημερινή εφαρμογή παρέμεινε η κατασκευή της παραδοσιακής γκλίτσας των κτηνοτρόφων).
Η συκιά και ερινεός (αγριοσυκιά), έδιναν μεν ισχυρό ξύλο όχι για οριζόντιες δοκούς, αλλά για όρθια στηρίγματα, και κυρίως για ικριώματα οικοδομών.
Η συκάμινος (σκαμνιά, μουριά), το ξύλο της οποίας κατά τον Θεόφραστο, είναι ισχυρό, αντέχει στη σήψη και κατεργάζεται εύκολα «μετά τα κυπαριττινά και τα θυώδη (…) ασαπέστατον και ισχυρό όψα και εύεργον».
Η φιλύρα (φλαμούρι) έδινε πολύ μακρύ ξύλο και χρησιμοποιήθηκε κυρίως στις πόρτες και στις οροφές.
Η Θυϊα (γνωστό ως τούγια — γένος Thuya της οικογένειας των κυπαρισσοειδών) με αρωματικό ξύλο αναφέρεται από τον Όμηρο  και ήταν ξύλο πολυτελείας για την κατασκευή ορόφων και πορτών.
Ο κέδρος του Λιβάνου, του Ταύρου, Β. Αφρικής και Κρήτης, ήταν πολύτιμος γιατί είχε μεγάλη διάρκεια ζωής και μεγάλες διαστάσεις. Χρησιμοποιούνταν στις οικοδομές για στήριξη βαρών ως δοκός σε πατώματα και οροφές, αλλά και για κλίμακες (σκάλες), πόρτες και εμπόλια, όπως στους κίονες της βόρειας πλευράς του Ερεχθείου. Είδος κέδρου θεωρούσαν και την Άρκευθο επειδή αναπτυσσόταν κοντά του, με ξύλο που έχει μεγάλη αντοχή στη σήψη και στο νερό. Η άρκευθος ωστόσο είναι άλλο είδος του γένους Juniperus.
Η πεύκη χρησιμοποιούνταν όπως και ο κέδρος, σε δομικές και ναυπηγικές κατασκευές.
Η ελάτη, κατά τον Θεόφραστο “πυκνότατον ξύλον, ανθεκτικόν και διαρκές, αλλά προσβαλλόμενο από την τερηδόνα”‘ (ξυλοφάγο έντομο-σαράκι), χρησίμευε (όπως και σήμερα) κυρίως για δοκούς οροφής, στέγες αλλά και θύρες.
Το ξύλο του κυπαρισσιού, έχοντας εξαιρετική αντοχή στο χρόνο, στην υγρασία, τη σήψη και δίνοντας μεγάλου μήκους τεμάχια είχε εξέχουσα θέση όπως και ο κέδρος στην κατασκευή κτιρίων, τις στέγες, τις οροφές, τα εμπόλια και τις πόρτες. (Σημείωση: σήμερα δυστυχώς το ελληνικό κυπαρίσσι μένει αναξιοποίητο ως δένδρο των κοιμητηρίων και ως καυσόξυλο και στη θέση του χρησιμοποιείται εισαγόμενη ξυλεία ερυθρελάτης πολύ χαμηλότερης αξίας).
Η πτελέα (φτελιά, καραγάτσι) έδινε ξύλο με αντοχή στη σήψη και τις καιρικές μεταβολές, ίσιο και με μεγάλη διάρκεια. Χρησιμοποιούνταν στην οικοδομική, για πόρτες και παράθυρα πολυτελείας, αντίζυγα πόρτων, κιγκλίδες (κάγκελα) και στροφείς πόρτων, φατνώματα οροφών, τροχαλίες, τροχούς αμαξών, λαβές εργαλείων (στειλιάρια) και γόμφους (μεγάλου μεγέθους, σφηνοειδή καρφιά και σφήνες).
Η πύξος (πυξάρι, τσιμισίρι), ξύλο άσηπτο κατά τον Θεόφραστο, χρησιμοποιήθηκε για ξυλολαβές εργαλείων, στρόφιγγες (στροφείς) και ευρέως από τους αρχαίους Έλληνες, κατά τις επιγραφές, για θυρώματα (κουφώματα), οροφές, φάλαγγες (κατρακύλια).
Η καρυά (καρυδιά), ιδίως η ευβοϊκή, ξύλο στερεό και με διάρκεια στο χρόνο, χρησιμοποιήθηκε για υπόγειες κατασκευές, οροφές και σανιδώματα επειδή παρείχε μακριές δοκούς. Οι αρχαίοι είχαν προσέξει μια ιδιαιτερότητα στο ξύλο της καρυδιάς, ότι προανήγγειλε με κρότο την ρήξη.
Η ελαία (ήμερη και άγρια ελιά) δεν προσβάλλεται από το σαράκι και χρησιμοποιήθηκε για μακριές δοκούς, κατακόρυφους πασσάλους, όχι όμως για μεγάλες οριζόντιες δοκούς. Επίσης χρησιμοποιούταν στη ξυλοδεσιά των πλίθινων τοιχών, για σφήνες, εμπόλια και ξυλολαβές (στειλιάρια).
Η μελία (μελιά, δεσποτάκι) παρέχει ξύλο ευκατέργαστο και χρησιμοποιήθηκε από τα Ομηρικά ήδη χρόνια για κατώφλια και άλλα μέρη πορτών, κανόνες, χάρακες, ξυλολαβές εργαλείων και γόμφους.
Η μίλος αναφέρεται από τον Θεόφραστο «ξυλοχρώματος μελανού» μεν στην Αρκαδία, «ξανθό όμοιον κέδρω» στην Ίδη της Κρήτης. Χρησιμοποιήθηκε σε επενδύσεις κιβωτίων και υποβάθρων ως παρακολλήματα, όπως ονομάζει ο Θεόφραστος τους σημερινούς καπλαμάδες.
Η άκανθα (ακακία) παρείχε ξύλα άσηπτα, ειδικά η «μέλανα» της κάτω Αιγύπτου και πολύ ισχυρά, κατάλληλα λόγω του μεγάλου μήκους τους (δωδεκαπήχη) για οροφές και κατά τον Ηρόδοτο’ με εφαρμογές στην ναυπηγική.
Ο φοίνιξ (φοινικιά), συνηθισμένο δένδρο της Ανατολής παρείχε μαλακά μεν, αλλά ισχυρά ξύλα κατάλληλα κυρίους για στύλους. Από την επιγραφή της Δήλου μας γίνεται γνωστό ότι χρησιμοποιήθηκε το ξύλο του φοίνικα για την παρασκευή μοντέλων «παραδειγμάτων».
Η άμπελος έδινε ξύλο σκληρό και διαρκές, χρησιμοποιήθηκε παλαιότερα για οικοδομικούς σκοπούς, όπως για παράδειγμα την κατασκευή κιόνων και κλιμάκων. Αργότερα η χρήση του ξύλου της αμπέλου εγκαταλείφθηκε.
Ο λωτός, ένα μικρό δένδρο της Λιβύης παρείχε ξύλο μελανό, πολύ μεγάλης διάρκειας και άσηπτο. Χρησιμοποιήθηκε επίσης για διακοσμητικούς σκοπούς (καπλαμάδες) και στροφείς πορτών.
Τέλος ο  έβενος, έφθανε στην Ελλάδα όπως και σήμερα από τις Ινδίες και Αφρική (Αιθιοπία). Παρείχε ξύλο μελανού χρώματος, πυκνό, στερεό, διαρκές και άσηπτο. Λόγω της πολυτιμότητάς του χρησιμοποιήθηκε μόνο σε πολυτελείς κατασκευές, όπως για το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Διός, ενός από τα 7 θαύματα του κόσμου, για κατασκευές στον ναό της Αρτέμιδος στην Έφεσο και τη Δήλο.

              Επισκεφτείτε την σελίδα μας στο facebook ΕΔΩ



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου